γνωμικός

γνωμ-ικός, ή, όν,
A normative (nisi leg. γνωμονικά)

, γ. ἁ φύσις ἁ τοῦ ἀριθμοῦ Philol.11

.
2 (

γνώμη 111.3

), dealing in or suited to maxims, aidactic,

περίοδος Hermog.Inv.4.3

;

τὰ γ. S.E.M.1.278

;

τὸ γ. D.Chr.52.17

; σχῆμα γ. Sch. Od.15.74
. Adv.

-κῶς Phld.Hom.p.15

O., Ath.5.191e.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γνωμικός — normative masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωμικός — ή, ό (AM γνωμικός, ή, όν) [γνώμη] 1. αυτός που χρησιμοποιεί «γνώμες» ή γνωμικά, αποφθέγματα («γνωμική ποίηση», «γνωμικοί ποιητές» οι διδακτικοί ποιητές) 2. το ουδ. ως ουσ. το γνωμικό (AM γνωμικόν) ηθικό απόφθεγμα με γενική ή ευρύτερη ισχύ, το… …   Dictionary of Greek

  • γνωμικός — ή, ό 1.αυτός που έχει σχέση με τη γνώμη, ο διδακτικός: Γνωμικός ποιητής. 2. το ουδ. ως ουσ., γνωμικό το απόφθεγμα, η αποφθεγματική κρίση: Ένα γνωστό αρχαίο γνωμικό είναι το «παν μέτρον άριστον» …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γνωμικά — γνωμικός normative neut nom/voc/acc pl γνωμικά̱ , γνωμικός normative fem nom/voc/acc dual γνωμικά̱ , γνωμικός normative fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωμικώτερον — γνωμικός normative adverbial comp γνωμικός normative masc acc comp sg γνωμικός normative neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωμικῶν — γνωμικός normative fem gen pl γνωμικός normative masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωμικόν — γνωμικός normative masc acc sg γνωμικός normative neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωμικώτατα — γνωμικός normative adverbial superl γνωμικός normative neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωμικαῖς — γνωμικός normative fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωμικαί — γνωμικός normative fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωμικοῖς — γνωμικός normative masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.